θωράκιση
ουσιαστικό1. Υλικό, επιφάνεια ή κατασκευή που τοποθετείται γύρω από πρόσωπο, όχημα ή εγκατάσταση με σκοπό την προστασία από πλήγματα, πυρά, εκρήξεις ή άλλες βλάβες.
Συνώνυμα
θωρακισμός θωράκισμα οχύρωση προστασία ασφάλεια ασπίδα πανοπλία προφύλαξη ασφάλιση εξασφάλιση θώρακας υπεράσπιση άμυνα διασφάλιση διαφύλαξη περιφρούρηση κάλυψη ενίσχυση φρούρηση ανοσία
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η θωράκιση του πολεμικού πλοίου απέτρεψε σοβαρές ζημιές κατά τη σύγκρουση.
- Η θωράκιση των συνόρων αποτέλεσε κύριο σημείο της νέας πολιτικής ασφάλειας.
- Η θωράκιση των ηλεκτρονικών συστημάτων απαιτεί συνεχή ενημέρωση και ισχυρούς ελέγχους πρόσβασης.
- Η θωράκιση του προϋπολογισμού της εταιρείας βοήθησε να αντέξει την οικονομική κρίση.
- Η θωράκιση του κτιρίου με αντισεισμικά μέτρα αύξησε σημαντικά την αντοχή του.