θρίαμβος
ουσιαστικό1. Μεγάλη και καθοριστική επιτυχία ή επικράτηση σε μάχη, αγώνα, πολιτική αντιπαράθεση ή άλλη δραστηριότητα, που επιφέρει σαφή υπεροχή έναντι του αντιπάλου ή της αντίθετης κατάστασης.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο τελικός ήταν ένας θρίαμβος για την ομάδα.
- Τον υποδέχτηκαν με θρίαμβο μετά την επιστροφή του στην πόλη.
- Η ταινία έγινε θρίαμβος στο διεθνές φεστιβάλ.
- Η επανεκλογή της προέδρου χαρακτηρίστηκε ως θρίαμβος της πολιτικής της γραμμής.
- Η κακοσχεδιασμένη εκδήλωση ήταν, ειρωνικά, θρίαμβος της αποδιοργάνωσης.