θεατής
ουσιαστικό1. Πρόσωπο που παρακολουθεί ζωντανή παράσταση, αγώνα ή άλλο δημόσιο γεγονός από θέση μη συμμετοχής.
2. Πρόσωπο που παρακολουθεί τηλεοπτική, κινηματογραφική ή διαδικτυακή μετάδοση χωρίς ενεργή συμμετοχή.
Συνώνυμα
θεωρητής παρατηρητής ακροατής τηλεθεατής παρευρισκόμενος φίλαθλος παρακολουθητής θεατρόφιλος καταναλωτής μάρτυρας καλεσμένος συνδρομητής
Αντώνυμα
ηθοποιός συμμετέχων μαέστρος σκηνοθέτης δημοσιογράφος εκτελεστής διαγωνιζόμενος μπόξερ παίκτης πρωταγωνιστής συντελεστής παρουσιαστής καλλιτέχνης ομιλητής καθοδηγητής πλοηγός οδηγός συγγραφέας πιλότος ρεπόρτερ συμμέτοχος συνθέτης συντάκτης τραγουδιστής παραγωγός διοργανωτής αφηγητής αγωγός παιδαγωγός καθηγητής φωτογράφος εκπρόσωπος επιμορφωτής πρωτοστάτης σολίστας
Παραδείγματα χρήσης
- Ο θεατής χειροκρότησε στο τέλος της παράστασης.
- Οι θεατές στο γήπεδο φώναζαν υπέρ της ομάδας τους.
- Κανένας θεατής δεν πλησίασε το αυτοκίνητο μέχρι να έρθει η βοήθεια.
- Έμεινε απλός θεατής στην αντιπαράθεση, χωρίς να πάρει θέση.
- Ως θεατής της ιστορίας, σοκαρίστηκε από τις αλλαγές που είδε.