καθηγητής

ουσιαστικό

1. Πρόσωπο που διδάσκει μαθητές ή σπουδαστές σε σχολείο ή εκπαιδευτικό ίδρυμα, μεταδίδοντας γνώσεις και δεξιότητες σε συγκεκριμένο γνωστικό αντικείμενο.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο καθηγητής εξήγησε το πείραμα με σαφή και υπομονετικό τρόπο.
  • Ο καθηγητής πανεπιστημίου παρουσίασε την έρευνά του στο συνέδριο.
  • Έγινε καθηγητής μετά από χρόνια διδασκαλίας και έρευνας.
  • Ο καθηγητής συμβούλεψε τον μαθητή να επιλέξει καλύτερα τα μαθήματά του.
  • Στην κοινότητα τον σεβόταν ως καθηγητής και ως πρότυπο.