μπόξερ
ουσιαστικό1. Άτομο που ασκεί το άθλημα της πυγμαχίας, αγωνίζεται με γροθιές σε προκαθορισμένους γύρους και υπό κανόνες.
2. Φυλή σκύλου μεσαίου έως μεγάλου μεγέθους, με κοντό τρίχωμα και στιβαρή, μυώδη κατασκευή, εκτρεφόμενη αρχικά για κυνήγι και φύλαξη.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο μπόξερ κέρδισε τον αγώνα με νοκ άουτ.
- Η μπόξερ προπονήθηκε σκληρά για το πρωτάθλημα.
- Ο μπόξερ της οικογένειας είναι πολύ φιλικός και τρυφερός.
- Φόρεσε μπόξερ πριν βγει από το σπίτι.
- Ο πρωταγωνιστής της ταινίας ήταν πρώην μπόξερ που προσπαθεί να αλλάξει ζωή.