επιμορφωτής

ουσιαστικό

1. Πρόσωπο που οργανώνει και διεξάγει επιμορφωτικά προγράμματα ή σεμινάρια με στόχο την παροχή γνώσεων, δεξιοτήτων και επαγγελματικής ανάπτυξης.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο επιμορφωτής παρουσίασε νέες μεθόδους διδασκαλίας.
  • Στο σεμινάριο, ο επιμορφωτής εξήγησε τη χρήση της πλατφόρμας τηλεκπαίδευσης.
  • Οι εκπαιδευτικοί ζήτησαν από τον επιμορφωτή συμβουλές για την αξιολόγηση των μαθητών.
  • Ο επιμορφωτής του υπουργείου οργάνωσε ένα διήμερο εργαστήριο για την ψηφιακή παιδαγωγική.
  • Κατά την επιμόρφωση, ο επιμορφωτής έκανε πρακτικές ασκήσεις με τους συμμετέχοντες.