ηρεμικός
άλλοΠου εκφράζει ή αποπνέει ηρεμία, χωρίς ένταση, αναστάτωση ή ανησυχία.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
ανήσυχος νευρικός ταραγμένος αγχωμένος αναστατωμένος ταραχώδης θορυβώδης φασαριόζος εκρηκτικός ερεθισμένος επιθετικός βίαιος εντατικός αγριεμένος ζωηρός υπερδραστήριος ανυπόμονος ενθουσιώδης
Παραδείγματα χρήσης
- Ο Γιώργος είναι πολύ ηρεμικός άνθρωπος και δεν θυμώνει εύκολα.
- Μου αρέσει ο ηρεμικός τόνος της φωνής της όταν εξηγεί τα πράγματα.
- Το απόγευμα κύλησε σε ηρεμικό κλίμα, χωρίς εντάσεις ή φωνές.
- Χρειάζομαι ένα ηρεμικό περιβάλλον για να συγκεντρωθώ στη δουλειά μου.
- Παρότι το πρόβλημα ήταν σοβαρό, εκείνος έμεινε ηρεμικός και το χειρίστηκε ψύχραιμα.