ηρεμικός

άλλο

Που εκφράζει ή αποπνέει ηρεμία, χωρίς ένταση, αναστάτωση ή ανησυχία.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο Γιώργος είναι πολύ ηρεμικός άνθρωπος και δεν θυμώνει εύκολα.
  • Μου αρέσει ο ηρεμικός τόνος της φωνής της όταν εξηγεί τα πράγματα.
  • Το απόγευμα κύλησε σε ηρεμικό κλίμα, χωρίς εντάσεις ή φωνές.
  • Χρειάζομαι ένα ηρεμικό περιβάλλον για να συγκεντρωθώ στη δουλειά μου.
  • Παρότι το πρόβλημα ήταν σοβαρό, εκείνος έμεινε ηρεμικός και το χειρίστηκε ψύχραιμα.