ηρεμημένος
επίθετο1. Που βρίσκεται σε κατάσταση ηρεμίας ή γαλήνης, χωρίς έντονη συναισθηματική διέγερση, αναταραχή ή θόρυβο.
2. Που εμφανίζει ψυχραιμία και αυτοσυγκράτηση, χωρίς εξάρσεις θυμού ή έντονη συγκινησιακή αντίδραση.
Συνώνυμα
ήρεμος ατάραχος ψύχραιμος χαλαρωμένος γαλήνιος ήσυχος χαλαρός συγκροτημένος κατασταλαγμένος ηρεμισμένος αναπαυμένος αμέριμνος απαθής σιωπηλός ειρηνικός στωικός κουλ
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο παππούς είναι ηρεμημένος και διαβάζει την εφημερίδα.
- Ο ασθενής ήταν ηρεμημένος μετά την καταπραϋντική αγωγή.
- Ο σκύλος έγινε ηρεμημένος μόλις έβαλα το φαΐ του.
- Αν και φοβήθηκε, ο οδηγός παρέμεινε ηρεμημένος και έσωσε τους επιβάτες.
- Ο κόλπος είναι ηρεμημένος σήμερα, χωρίς κυματισμούς.