ζοφερός
επίθετο1. Που χαρακτηρίζεται από έλλειψη φωτός ή σκοτεινή όψη, προκαλώντας αίσθηση βαρύτητας ή καταπιεστικού περιβάλλοντος.
2. Που προκαλεί ή αντανακλά θλίψη, μελαγχολία ή αποπνικτική ατμόσφαιρα.
Συνώνυμα
μίζερος μουντός θλιβερός σκοτεινός σκοτεινιασμένος μελαγχολικός καταθλιπτικός σκυθρωπός κατήφης δυσοίωνος απελπιστικός αποκαρδιωτικός εφιαλτικός απειλητικός γκρίζος λυπηρός σκούρος πένθιμος βαρύς αποπνικτικός μακάβριος τρομερός απαισιόδοξος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο ουρανός ήταν ζοφερός όλη την ημέρα.
- Η ατμόσφαιρα στο παλιό σπίτι ήταν ζοφερή και καταθλιπτική.
- Το μέλλον της πόλης φαινόταν ζοφερό μετά την οικονομική κρίση.
- Οι μνήμες από εκείνη την περίοδο ήταν ζοφερές και δυσβάσταχτες.
- Η αφήγηση παρουσίαζε έναν ζοφερό κόσμο χωρίς ελπίδα.