ζεστός
επίθετο1. Που έχει υψηλή θερμοκρασία σε σχέση με το περιβάλλον ή το συνηθισμένο και προκαλεί αίσθηση θερμότητας.
2. Που προσδίδει ή διατηρεί άνεση και ζεστασιά στο σώμα, το χώρο ή τα ρούχα.
Συνώνυμα
θερμός καυτός ζεστούλης φιλικός φιλόξενος θερμόκαρδος πυρωμένος θερμαινόμενος αχνιστός οικείος ζεσταμένος ενθέρμος θερμότατος καρδιακός χαμογελαστός ένθερμος διαχυτικός εκδηλωτικός πρόσχαρος εγκάρδιος χλιαρός στοργικός καυτερός φλογερός συμπαθητικός τρυφερός απαλός πρόθυμος ευχάριστος ανοιχτόκαρδος διατεθειμένος καλοσυνάτος
Αντώνυμα
κρύος ψυχρός παγωμένος χαμηλός παγερός δροσερός κατεψυγμένος απόμακρος απρόσιτος αδιάφορος φρέσκος άψυχος απρόσωπος αποστασιοποιημένος μπαγιάτικος ξύλινος σκληρός αψύς ψυχρούτσικος χιόνινος αντιπαθητικός απομακρυσμένος επιφυλακτικός αντιπαθής
Παραδείγματα χρήσης
- Ο καιρός είναι ζεστός σήμερα.
- Η σούπα είναι ζεστή, πρόσεχε μην καείς.
- Το νερό στο κύπελλο είναι ζεστό.
- Φορούσε ζεστές κάλτσες το πρωί.
- Μας υποδέχτηκαν με ζεστή ατμόσφαιρα στο σπίτι τους.
- Είναι πολύ ζεστός άνθρωπος και σε κάνει να νιώθεις άνετα.