εύκολος

επίθετο

1. Που δεν απαιτεί σημαντική προσπάθεια, δεξιότητα ή χρόνο για να πραγματοποιηθεί, κατανοηθεί ή επιτευχθεί.

2. Που είναι απλός στη χρήση, στη λειτουργία ή στην εκτέλεση, χωρίς περίπλοκες ή δυσνόητες διαδικασίες.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η άσκηση ήταν εύκολη.
  • Ο καθηγητής είναι εύκολος και κατανοητός.
  • Το λογισμικό είναι εύκολο στη χρήση.
  • Υπάρχει εύκολη πρόσβαση με λεωφορείο και μετρό.
  • Οι οδηγίες ήταν εύκολες και τις ακολούθησα χωρίς πρόβλημα.