εφησυχασμός
ουσιαστικό1. Κατάσταση ηρεμίας και απουσίας άγχους ή ανησυχίας, όπου το άτομο αισθάνεται προσωρινά ασφαλές και ανέμελο.
2. Στάση υπερβολικής ασφάλειας ή αδιαφορίας που μειώνει την επαγρύπνηση και μπορεί να οδηγήσει σε παραμέληση κινδύνων ή ευθυνών.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο εφησυχασμός μετά την πρώτη επιτυχία τον έκανε να σταματήσει να προσπαθεί.
- Μην αφήσεις τον εφησυχασμό να σε εμποδίσει να κάνεις τους απαραίτητους ελέγχους.
- Στην περιοχή επικράτησε εφησυχασμός όταν μειώθηκαν τα κρούσματα, αλλά οι ειδικοί προειδοποίησαν για πιθανή επάνοδο.
- Η κυβέρνηση προειδοποίησε ότι ο εφησυχασμός στην ασφάλεια των συνόρων είναι επικίνδυνος.
- Μετά τις πρώτες βροχές επικράτησε προσωρινός εφησυχασμός στους αγρότες, που όμως δεν κράτησε πολύ.