ερευνώ

ρήμα

1. Εξετάζω συστηματικά και λεπτομερώς αντικείμενα, γεγονότα, πληροφορίες ή δεδομένα προκειμένου να συλλέξω στοιχεία και να διαπιστώσω αιτίες, σχέσεις ή αποτελέσματα.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ερευνώ την υπόθεση για τα αίτια του ατυχήματος.
  • Στο εργαστήριο ερευνώ νέες μεθόδους θεραπείας.
  • Με το μικροσκόπιο ερευνώ τα κύτταρα για παθολογικά σημάδια.
  • Ως δημοσιογράφος, ερευνώ τους ισχυρισμούς πριν τα δημοσιεύσω.
  • Πριν αποφασίσω συνεργασία, ερευνώ την αγορά και τους πιθανούς εταίρους.