εργάζομαι
ρήμα1. Εκτελώ συστηματικά χειρωνακτικές ή πνευματικές εργασίες με σκοπό την παραγωγή έργου, αγαθών ή υπηρεσιών.
2. Απασχολούμαι επαγγελματικά ή αμειβόμενα, παρέχοντας τις υπηρεσίες μου σε εργοδότη ή ως αυτοαπασχολούμενος.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
ξεκουράζομαι τεμπελιάζω λουφάρω αναπαύομαι σταματώ παίζω απολύομαι οκνέω διασκεδάζω ξαποσταίνω βαριέμαι αράζω γλεντάω
Παραδείγματα χρήσης
- Από πέρυσι εργάζομαι σε μια διεθνή εταιρεία τεχνολογίας.
- Το καλοκαίρι εργάζομαι στο τοπικό νοσοκομείο ως εθελοντής.
- Καθημερινά εργάζομαι σκληρά για να βελτιώσω τις δεξιότητές μου.
- Τους τελευταίους μήνες εργάζομαι πάνω σε ένα ερευνητικό έργο σχετικά με την ενέργεια.
- Σε δύσκολες βάρδιες εργάζομαι μαζί με την ομάδα για να αντιμετωπίσουμε τις ανάγκες των ασθενών.