επιχειρηματολογία
ουσιαστικό1. Σειρά επιχειρημάτων ή λογικών συλλογισμών που παρουσιάζονται για να στηρίξουν, να τεκμηριώσουν ή να αντικρούσουν μια άποψη, θέση ή πρόταση.
2. Η μέθοδος ή πρακτική σύνταξης και διάταξης επιχειρημάτων με σκοπό την πειθώ ή την ανάλυση ενός θέματος.
Συνώνυμα
επιχειρήματα επιχείρημα αιτιολόγηση δικαιολόγηση τεκμηρίωση συλλογισμός απόδειξη υπεράσπιση διαλεκτική σκεπτικό τεκμήρια λογική λόγος εξήγηση ανάλυση παρουσίαση ρητορική συζήτηση σύνταξη λογικότητα ορθολογισμός
Αντώνυμα
συνθηματολογία ασυναρτησία παραλογισμός λαϊκισμός αερολογία μπουρδολογία ρηχότητα φλυαρία αυθαίρεση παραμύθι προπαγάνδα ψέμα ανοησία ρητορεία διαίσθηση κουβέντα
Παραδείγματα χρήσης
- Η επιχειρηματολογία της ήταν σαφής και πειστική.
- Στη διάλεξη ανέπτυξε την επιχειρηματολογία υπέρ της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης.
- Η νομική επιχειρηματολογία βασίζεται σε νομικά προηγούμενα και τεκμήρια.
- Σε μια δημόσια συζήτηση η επιχειρηματολογία συχνά καθορίζει την κοινή γνώμη.
- Η ανεπαρκής επιχειρηματολογία αποδυνάμωσε το επιχείρημά του στη συνεδρίαση.