εξόντωση
ουσιαστικό1. Ενέργεια ή αποτέλεσμα που οδηγεί στο να παύσει να υπάρχει ένας οργανισμός, μια ομάδα ή ένα φαινόμενο, συνήθως μέσω βίαιων, συστηματικών ή εκτεταμένων μέσων.
Συνώνυμα
εξολόθρευση αφανισμός εκμηδένιση εξάλειψη εξάντληση εξουθένωση εξαφάνιση καταστροφή σφαγή μακελειό σκότωμα εκκαθάριση εξουδετέρωση ξεπάστρεμα κόπωση βασανισμός θανάτωση εκτέλεση καθάρισμα εκρίζωση καθαρισμός καταπόνηση αποδεκατισμός απομάκρυνση φόνος δολοφονία ανθρωποκτονία διωγμός διώξιμο ξεκαθάρισμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η εξόντωση των εντόμων στο θερμοκήπιο έγινε με ασφαλή σκευάσματα.
- Η παράνομη αλιεία οδηγεί στην εξόντωση σπάνιων θαλάσσιων ειδών.
- Στον πόλεμο, η πλήρης εξόντωση του αντιπάλου ήταν ανέφικτη και καταστροφική.
- Η συνεχής υπερωριακή εργασία προκάλεσε την ψυχολογική εξόντωση πολλών εργαζομένων.
- Στα πολιτικά παιχνίδια κατήγγειλε προσπάθειες για την εξόντωση των αντιπάλων του.