εντοπίζω

ρήμα

1. Καθορίζω ή προσδιορίζω την ακριβή θέση ή τον τόπο ενός αντικειμένου, προσώπου ή φαινομένου.

2. Ανακαλύπτω και προσδιορίζω την παρουσία κάποιου στοιχείου μετά από έρευνα, έλεγχο ή παρατήρηση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Στο αρχείο εντοπίζω τη σχετική αναφορά.
  • Στο αυτοκίνητο εντοπίζω μια διαρροή λαδιού.
  • Στο κείμενο εντοπίζω αρκετά ορθογραφικά λάθη.
  • Στην έρευνα αγοράς εντοπίζω νέες τάσεις.
  • Στο σήμα του κινητού εντοπίζω τη θέση του αγνοούμενου.
  • Στα δεδομένα εντοπίζω την πιθανή αιτία του σφάλματος.