εμμένω

ρήμα

1. Διατηρώ σταθερά μια άποψη, απόφαση ή συμπεριφορά παρά τις αντιρρήσεις, την κριτική ή τις δυσκολίες.

2. Τηρώ με συνέπεια και χωρίς παρεκκλίσεις έναν κανόνα, πρόγραμμα, συμφωνία ή διαδικασία.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Εγώ εμμένω στην απόφασή μου, παρότι υπήρξαν αντιρρήσεις.
  • Παρά τις πιέσεις, εμμένω στο αρχικό σχέδιο.
  • Σε ό,τι αφορά τη θεραπεία, εμμένω στις οδηγίες του γιατρού.
  • Στις αρχές μου εμμένω ακόμη και όταν είναι δύσκολο.
  • Εγώ εμμένω στην υπόσχεσή μου να βοηθήσω όταν χρειαστείς.