ελκυστικός

επίθετο

1. Που προκαλεί ενδιαφέρον, θαυμασμό ή συμπάθεια λόγω εξωτερικών χαρακτηριστικών, τρόπου ή συμπεριφοράς.

2. Που διαθέτει χαρακτηριστικά, σχεδιασμό ή όρους που προσελκύουν προσοχή και προτρέπουν στην επιλογή, αγορά ή χρήση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο καθηγητής ήταν ελκυστικός στην παρουσίασή του.
  • Η προσφορά ήταν ελκυστική για τους νέους πελάτες.
  • Το πρόγραμμα είναι ελκυστικό για τους χρήστες λόγω της απλότητας.
  • Οι εταιρείες λάνσαραν ελκυστικά προϊόντα στην αγορά.
  • Οι προτάσεις της ομάδας ήταν ελκυστικές και εύκολα εφαρμόσιμες.
  • Η χώρα έγινε ελκυστική στους επενδυτές χάρη στα κίνητρα.