ελεεινός
επίθετο1. Που προκαλεί οίκτο ή λύπηση εξαιτίας φτωχής, ταπεινής ή παρηκμασμένης κατάστασης, εμφανίζοντας εμφανείς ελλείψεις ή αδυναμίες.
2. Που προκαλεί περιφρόνηση ή καταφρόνηση λόγω προσβλητικής, υποτιμητικής ή ηθικά απαράδεκτης συμπεριφοράς.
Συνώνυμα
άθλιος μιζερός αξιολύπητος ποταπός κατάπτυστος απαίσιος αποτροπιαστικός ντροπιαστικός χυδαίος αποκρουστικός θλιβερός φριχτός αηδιαστικός αποτρόπαιος απωθητικός βδελυρός ευτελής μίζερος άσχημος λυπηρός τραγικός σιχαμερός φτωχός δυστυχής ασήμαντος ταπεινός κακός κακομοιριασμένος κακομοίρης απαράδεκτος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο πολιτικός ήταν ελεεινός μπροστά στις ευθύνες του.
- Ο άστεγος έδειχνε ελεεινός μετά τη θύελλα.
- Ο εργοδότης φάνηκε ελεεινός απέναντι στους εργαζομένους του.
- Ο εξοπλισμός της ομάδας ήταν ελεεινός και απέτυχε στην αποστολή.
- Ο προδότης θα μείνει για πάντα ελεεινός στα μάτια μας.