εκτόξευση

ουσιαστικό

1. Πράξη ή διαδικασία κατά την οποία ένα αντικείμενο, όχημα ή βλήμα προωθείται με μεγάλη ταχύτητα προς τα πάνω ή προς το διάστημα, ώστε να αποκολληθεί από την επιφάνεια εκτόξευσης.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η εκτόξευση του δορυφόρου έγινε όπως είχε προγραμματιστεί.
  • Μετά την εκτόξευση, οι τεχνικοί έλεγξαν τα μέσα επικοινωνίας.
  • Η ανακοίνωση προκάλεσε εκτόξευση στις τιμές του πετρελαίου.
  • Η επιτυχία του τραγουδιού προκάλεσε εκτόξευση της φήμης της τραγουδίστριας.
  • Η σωστή τεχνική είναι απαραίτητη για την εκτόξευση του βέλους από το τόξο.