εκλεπτυσμένος
επίθετοΠου χαρακτηρίζεται από λεπτή αισθητική, καλλιέργεια και προσεγμένη, υψηλού επιπέδου έκφραση ή συμπεριφορά.
Συνώνυμα
λεπτεπίλεπτος κομψός φινετσάτος ραφιναρισμένος ευγενής ψαγμένος πολυτελής καλαίσθητος εκλεκτός αριστοκρατικός πολιτισμένος διεθνής αστικός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο καλεσμένος είχε πολύ εκλεπτυσμένος τρόπους και μιλούσε πάντα ευγενικά.
- Το εστιατόριο πρόσφερε εκλεπτυσμένος γεύσεις με δημιουργικούς συνδυασμούς υλικών.
- Το δωμάτιο ήταν διακοσμημένο με εκλεπτυσμένος γούστο και απλές, κομψές γραμμές.
- Η ανάλυσή του ήταν εκλεπτυσμένος και έδειχνε μεγάλη προσοχή στη λεπτομέρεια.
- Προτιμά να φορά εκλεπτυσμένος ρούχα σε ουδέτερα χρώματα.
- Το άρωμα είχε μια εκλεπτυσμένος νότα βανίλιας και ξύλου.