αστικός
επίθετο1. Που σχετίζεται με την πόλη, τα χαρακτηριστικά, τις λειτουργίες, τον τρόπο ζωής ή τις υποδομές της αστικής περιοχής.
2. Που αφορά κατοίκους, δραστηριότητες ή φορείς που εδρεύουν ή δραστηριοποιούνται σε πόλεις.
Συνώνυμα
μητροπολιτικός πολεοδομικός δημοτικός ιδιωτικός μπουρζουαζικός μικροαστικός κοσμικός κοσμοπολίτικος εκλεπτυσμένος πολιτισμένος αστικοκεντρικός αστικοποιημένος
Αντώνυμα
αγροτικός χωριάτικος υπαίθριος αγροίκος χωρικός προλεταριακός περιφερειακός προαστιακός ύπαιθρος δημοτικό
Παραδείγματα χρήσης
- Ο αστικός πληθυσμός αυξάνεται συνεχώς.
- Ο αστικός στόλος λεωφορείων ανανεώνεται με νέα οχήματα.
- Ο αστικός νόμος ρυθμίζει διαφορές μεταξύ ιδιωτών.
- Ο αστικός μύθος για το παλιό εργοστάσιο εξακολουθεί να κυκλοφορεί.
- Ο αστικός τρόπος ζωής επηρεάζει τις καθημερινές μας συνήθειες.