εγκαθιστώ

ρήμα

1. Τοποθετώ και ρυθμίζω εξοπλισμό, συσκευή ή λογισμικό ώστε να λειτουργούν σωστά.

2. Θέτω επίσημα κάποιον σε θέση, αξίωμα ή καθήκον.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Σήμερα εγκαθιστώ το νέο πρόγραμμα στον υπολογιστή.
  • Αύριο εγκαθιστώ τους ηλιακούς συλλέκτες στην ταράτσα του σπιτιού.
  • Την επόμενη εβδομάδα εγκαθιστώ τον νέο διευθυντή στην υπηρεσία με επίσημη τελετή.
  • Στο εργαστήριο εγκαθιστώ τον καινούργιο εξοπλισμό μέτρησης.
  • Σιγά-σιγά εγκαθιστώ νέες συνήθειες στην καθημερινότητά μου.