εγγύηση
ουσιαστικό1. Δέσμευση ή υπόσχεση που παρέχεται από άτομο ή φορέα για την ποιότητα, την απόδοση ή την επισκευή ενός προϊόντος ή υπηρεσίας εντός ορισμένης χρονικής περιόδου.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
αβεβαιότητα ανασφάλεια απειλή απιστία αμφιβολία ρίσκο επισφαλότητα στοίχημα προειδοποίηση επικινδυνότητα
Παραδείγματα χρήσης
- Το προϊόν έχει εγγύηση δύο ετών.
- Δεν υπάρχει εγγύηση ότι το έργο θα ολοκληρωθεί στην ώρα του.
- Το τραπεζικό δάνειο απαιτεί εγγύηση.
- Ο ιδιοκτήτης ζήτησε εγγύηση για την ενοικίαση.
- Η εταιρεία παρέχει εγγύηση ποιότητας σε όλα τα προϊόντα της.
- Η υπογραφή του συμβολαίου αποτελεί εγγύηση για την εκτέλεση των εργασιών.