δυναμικός
επίθετο1. Που επιδεικνύει έντονη δραστηριότητα και ενεργητικότητα, ενεργώντας συνεχώς ή με αποφασιστικότητα.
2. Που έχει ικανότητα για γρήγορη μεταβολή, προσαρμογή ή ανάπτυξη σε μεταβαλλόμενες συνθήκες.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο νέος διευθυντής είναι δυναμικός και ενθαρρύνει την καινοτομία.
- Ο ανταγωνισμός στην αγορά είναι δυναμικός και αλλάζει συνεχώς.
- Ο μηχανισμός του κινητήρα είναι δυναμικός και χρειάζεται τακτική συντήρηση.
- Ο χαρακτήρας του πρωταγωνιστή είναι δυναμικός και εξελίσσεται μέσα στην ιστορία.
- Ο ρυθμός της παρουσίασης ήταν δυναμικός και κράτησε αμείωτο το ενδιαφέρον.