δραματικός
επίθετο1. Που σχετίζεται με το δράμα ή το θεατρικό είδος και τα χαρακτηριστικά ή τις τεχνικές του.
2. Που εκφράζει ή προκαλεί έντονα συναισθήματα, συγκίνηση ή ένταση.
Συνώνυμα
θεατρικός μελοδραματικός σπαρακτικός συνταρακτικός συγκλονιστικός συγκινητικός εκρηκτικός θεαματικός τραγικός καθηλωτικός τεταμένος συναρπαστικός υπερβολικός έντονος κρίσιμος εντυπωσιακός επικός μελό συναισθηματικός σοβαρός ακραίος υστερικός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο ηθοποιός απέδωσε έναν δραματικό ρόλο με μεγάλη ένταση.
- Η δραματική μείωση των πωλήσεων ανησυχεί τη διοίκηση.
- Το δραματικό τέλος της παράστασης εντυπωσίασε το κοινό.
- Η επιστημονική έκθεση περιγράφει δραματικές αλλαγές στο κλίμα.
- Η αντίδρασή της ήταν δραματική, σχεδόν θεατρική.