διαξιφισμός
ουσιαστικό1. Αγωνιστική ή εχθρική αναμέτρηση με χρήση ξίφους ή άλλων αιχμηρών όπλων, σε αθλητικό, ιστορικό ή πραγματικό πλαίσιο.
2. Έντονη, αιχμηρή λεκτική αντιπαράθεση ή ανταλλαγή επιχειρημάτων, με χαρακτήρα αντιπαλότητας.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο διαξιφισμός ανάμεσα στους δύο πολιτικούς κράτησε για ώρα στο κοινοβούλιο.
- Οι δημοσιογράφοι κάλυψαν τον έντονο διαξιφισμό μεταξύ κυβέρνησης και αντιπολίτευσης.
- Στη συνεδρίαση ακούστηκαν σκληρές κουβέντες και ο διαξιφισμός κλιμακώθηκε γρήγορα.
- Μετά τον αρχικό διαξιφισμό, οι δύο πλευρές συμφώνησαν να συνεχίσουν τον διάλογο.
- Οι τηλεοπτικοί διαξιφισμοί των υποψηφίων τράβηξαν το ενδιαφέρον του κοινού.