διακριτικότητα

ουσιαστικό

1. Χαρακτηριστικό ή ιδιότητα του ατόμου ή της συμπεριφοράς που εκδηλώνεται ως συγκράτηση στις εκφράσεις και στις πράξεις, με σκοπό να μην προκαλεί αμηχανία, προσβολή ή περιττό ενδιαφέρον σε άλλους.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο διευθυντής έδειξε διακριτικότητα όταν ανακοίνωσε την απόφαση.
  • Η διακριτικότητα του γιατρού απέτρεψε τη δημοσιοποίηση των ιατρικών αρχείων.
  • Η διακριτικότητα στο ντύσιμό της έκανε καλή εντύπωση στους συναδέλφους.
  • Ζητήσαμε διακριτικότητα από τους συνεργάτες μας σχετικά με το νέο έργο.
  • Η διακριτικότητα των λέξεών του απέτρεψε μια σοβαρή παρεξήγηση.