διαθέτω
ρήμα1. Κάνω κάτι διαθέσιμο προς χρήση ή αξιοποίηση από πρόσωπα ή για συγκεκριμένους σκοπούς, τοποθετώντας το στη διάθεση εκείνων που το χρειάζονται.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Εγώ διαθέτω μεγάλο αρχείο φωτογραφιών για τη δουλειά.
- Χάρη στην εμπειρία μου, διαθέτω τις δεξιότητες που χρειάζεται η ομάδα.
- Ως ιδιοκτήτης, διαθέτω δωμάτια με θέα στη θάλασσα.
- Σαν διαχειριστής της σελίδας, διαθέτω δωρεάν υποστήριξη στους χρήστες.
- Τις περισσότερες μέρες διαθέτω δύο ώρες για μελέτη.
- Σε περίπτωση ανάγκης, διαθέτω μέρος των αποταμιεύσεών μου.