διάγνωση
ουσιαστικό1. Διαδικασία ή αποτέλεσμα της αναγνώρισης και του καθορισμού της φύσης, των αιτίων και των χαρακτηριστικών μιας ασθένειας ή πάθησης βάσει συμπτωμάτων, κλινικής εξέτασης και εργαστηριακών ή απεικονιστικών εξετάσεων.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η διάγνωση του γιατρού ήταν ότι πρόκειται για ιογενή λοίμωξη.
- Η διάγνωση του μηχανικού αποκάλυψε βλάβη στον κινητήρα.
- Η διάγνωση της ψυχικής διαταραχής έγινε μετά από ψυχολογική αξιολόγηση.
- Η σωστή διάγνωση της κατάστασης επέτρεψε την έγκαιρη παρέμβαση.
- Οι πρώτες διαγνώσεις ήταν αντιφατικές, γι' αυτό ζητήθηκε δεύτερη γνώμη.