δημόσιος
επίθετο1. Που ανήκει ή σχετίζεται με το κράτος, τους φορείς του ή την κοινότητα στο σύνολό της.
2. Που είναι ανοιχτό και προσβάσιμο στο κοινό, χωρίς περιορισμό σε συγκεκριμένα άτομα.
3. Που γίνεται γνωστό ή εκτίθεται χωρίς μυστικότητα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο δημόσιος υπάλληλος εξυπηρετεί τους πολίτες.
- Χρησιμοποιώ συχνά τις δημόσιες συγκοινωνίες της πόλης.
- Το πάρκο είναι δημόσιο και ανοικτό σε όλους.
- Η ανακοίνωση έγινε δημόσια χωρίς προειδοποίηση.
- Τα δημόσια έγγραφα πρέπει να φυλάσσονται με ασφάλεια.