γνωμάτευση
ουσιαστικό1. Έκθεση ή έγγραφο που περιέχει επαγγελματική ή επιστημονική κρίση ή αξιολόγηση για κατάσταση, πρόβλημα ή περιστατικό.
Συνώνυμα
γνωμοδότηση γνωμάτευμα διάγνωση εκτίμηση αξιολόγηση πόρισμα αναφορά βεβαίωση κρίση γνώμη απόφαση ετυμηγορία συμπέρασμα έκθεση παρατήρηση άποψη διαπίστωση
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η γνωμάτευση του καρδιολόγου αναφέρει αρρυθμία και προτείνει περαιτέρω εξετάσεις.
- Ο εργαζόμενος προσκόμισε γνωμάτευση για την αναρρωτική άδεια.
- Ζήτησαν γνωμάτευση από ιατροδικαστή για τον καθορισμό των αιτιών του θανάτου.
- Η επιτροπή αποδέχθηκε τη γνωμάτευση που πιστοποιούσε την αναπηρία του αιτούντος.
- Ο μηχανικός έδωσε γνωμάτευση ότι το κτίριο είναι ακατάλληλο για κατοίκηση.