βούληση

ουσιαστικό

1. Ψυχική ικανότητα ή κατάσταση με την οποία ένα πρόσωπο επιλέγει, αποφασίζει και επιδιώκει συγκεκριμένους σκοπούς ή ενέργειες βάσει προθέσεων και αξιών.

2. Στάση αποφασιστικότητας και επιμονής που κινητοποιεί την πραγματοποίηση ενός σχεδίου ή στόχου.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Έδειξε μεγάλη βούληση να τελειώσει τις σπουδές του παρά τις δυσκολίες.
  • Η κυβέρνηση απέδειξε ότι δεν έχει βούληση για ριζικές μεταρρυθμίσεις.
  • Στη διαθήκη της κατέγραψε την τελευταία της βούληση.
  • Η κοινή βούληση των κατοίκων οδήγησε στην προστασία του πάρκου.
  • Με σταθερή βούληση και επιμονή, η ομάδα ολοκλήρωσε το έργο εντός προθεσμίας.