βιώνω

ρήμα

1. Περνάω προσωπικά μια κατάσταση, γεγονός ή εμπειρία και αντιλαμβάνομαι τις άμεσες συνέπειές της.

2. Δέχομαι και αισθάνομαι συναισθηματικά τις επιπτώσεις ενός γεγονότος ή μιας κατάστασης.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Τους τελευταίους μήνες βιώνω έντονο άγχος.
  • Μετά το ατύχημα βιώνω δύσκολες στιγμές.
  • Στην παράσταση βιώνω έντονη συγκίνηση.
  • Κατά το ταξίδι στην Ινδία βιώνω την τοπική κουλτούρα με όλες μου τις αισθήσεις.
  • Ως γονέας βιώνω υπερηφάνεια κάθε φορά που βλέπω το παιδί μου να πετυχαίνει.
  • Με την αλλαγή εργασίας βιώνω ανασφάλεια αλλά και νέα κίνητρα.