βιαστικά
επίρρημα1. Με τρόπο γρήγορο και επιταχυνμένο, εξαιτίας έλλειψης χρόνου ή ανάγκης να ολοκληρωθεί κάτι.
2. Με πρόχειρο ή επιπόλαιο τρόπο, χωρίς την απαραίτητη προσοχή ή επιμέλεια, συνήθως εξαιτίας του επείγοντος.
Συνώνυμα
σπευστικά επείγοντως άμεσα γρήγορα γοργά ταχέως ταχύτατα πρόχειρα επιπόλαια παρορμητικά τσάκ καπάκι ανεύθυνα γρηγορότερα αμελώς απερίσκεπτα απρόσεκτα σβέλτα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Έφυγε βιαστικά από το σπίτι και ξέχασε τα κλειδιά.
- Υπέγραψε βιαστικά τα έγγραφα χωρίς να τα διαβάσει.
- Απάντησε βιαστικά στο μήνυμα γιατί ήταν σε συνάντηση.
- Έλαβε την απόφαση βιαστικά και μετά το μετάνιωσε.
- Μαγείρεψε βιαστικά και το φαγητό κάηκε.
- Ζήτησε συγγνώμη βιαστικά, χωρίς να εξηγήσει τι είχε συμβεί.