άμεσα

επίρρημα

1. Χωρίς καθυστέρηση, σε χρόνο τόσο σύντομο που δεν παρεμβάλλεται χρονικό διάστημα μεταξύ ενός γεγονότος ή ενέργειας και του αποτελέσματός του.

2. Με τρόπο που δεν απαιτεί ενδιάμεσους ή διαμεσολάβηση, από την πηγή προς τον αποδέκτη χωρίς ενδιάμεσους.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Απάντησε άμεσα στο μήνυμα.
  • Ο διευθυντής επικοινώνησε άμεσα με το προσωπικό.
  • Το κατάστημα βρίσκεται άμεσα δίπλα στον σταθμό.
  • Η βλάβη πρέπει να αποκατασταθεί άμεσα για να αποφευχθούν περαιτέρω προβλήματα.
  • Δεν μπόρεσε να αντιδράσει άμεσα εξαιτίας της έκπληξης.