βεβαιώνω

ρήμα

1. Διαπιστώνω και δηλώνω ότι μία πληροφορία, ένα γεγονός ή μία κατάσταση είναι αληθινή, ακριβής ή βέβαιη.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Σας βεβαιώνω ότι το έργο θα ολοκληρωθεί εγκαίρως.
  • Πριν υπογράψω, βεβαιώνω ότι τα στοιχεία στο έντυπο είναι σωστά.
  • Με την υπογραφή μου βεβαιώνω την εγκυρότητα του πιστοποιητικού.
  • Για να αποφύγω λάθη, βεβαιώνω τα στοιχεία δύο φορές.
  • Κάθε φορά που φοβάμαι, βεβαιώνω τον εαυτό μου πως θα τα καταφέρω.