αχρείος
επίθετο1. Που ενεργεί με έλλειψη ηθικών φραγμών, παραβαίνοντας αποδεκτούς κανόνες συμπεριφοράς και επιδεικνύοντας διεφθαρμένη ή ανέντιμη στάση.
2. Που δεν παρουσιάζει πρακτική αξία ή χρησιμότητα και δεν εξυπηρετεί κάποιον σκοπό.
Συνώνυμα
άχρηστος ανήθικος αισχρός μοχθηρός κακός δόλιος κακόβουλος διεφθαρμένος αδίστακτος άθλιος βδελυρός σάπιος απαίσιος αποκρουστικός απεχθής άτιμος σιχαμερός σατανικός πονηρός σκληρός εγωιστής ξεφτιλισμένος
Αντώνυμα
άξιος ενάρετος ηθικός έντιμος χρήσιμος αξιοπρεπής αξιόπιστος ικανός αξιοσέβαστος ευγενής αγαθός φιλεύσπλαχνος
Παραδείγματα χρήσης
- Ο αχρείος πολιτικός καταχράστηκε την εμπιστοσύνη του λαού.
- Τον αποκάλεσαν αχρείο επειδή πρόδωσε τους φίλους του.
- Η αχρεία συμπεριφορά της έσπασε τις σχέσεις τους.
- Το παλιό ραδιόφωνο είναι πλέον αχρείο και δεν λειτουργεί.
- Οι αχρείοι εκμεταλλεύονταν τους φτωχούς χωρίς ντροπή.
- Οι αχρείες πράξεις του δεν συγχωρούνται από την κοινότητα.