αυστηρός

επίθετο

1. Που επιβάλλει ή εφαρμόζει κανόνες και πειθαρχία με μεγάλη απαιτητικότητα και χωρίς ανοχή στην παράβαση.

2. Που κρίνει ή αντιμετωπίζει με χαμηλή ανοχή τα λάθη ή τις παραλείψεις, απαιτώντας αυστηρή συμμόρφωση προς πρότυπα ή απαιτήσεις.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο καθηγητής ήταν αυστηρός με τους μαθητές στο μάθημα.
  • Οι κανόνες του σχολείου είναι αυστηροί και δεν γίνονται εξαιρέσεις.
  • Η τιμωρία ήταν αυστηρή, αλλά δίκαιη.
  • Τον χειμώνα επικράτησε ένας αυστηρός παγετός που έσπασε σωλήνες.
  • Το γραφείο είχε αυστηρό και λιτό σχεδιασμό, χωρίς περιττά διακοσμητικά.