αρχάριος
επίθετοΠου διαθέτει μικρή ή καθόλου εμπειρία ή επάρκεια σε μια δραστηριότητα, επάγγελμα ή τομέα, που βρίσκεται στα αρχικά στάδια μάθησης ή εξάσκησης.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Είμαι αρχάριος στο παίξιμο της κιθάρας.
- Η Μαρία είναι αρχάρια στο σκι, γι' αυτό παίρνει μαθήματα.
- Οι αρχάριοι του σεμιναρίου εργάζονται πάνω στις βασικές τεχνικές.
- Μην θεωρείς πως είμαι αρχάριος - έχω χρόνια εμπειρίας.
- Στα πρώτα ματς, ο προπονητής έβαλε τους αρχάριους για να αποκτήσουν εμπειρία.