νεοσύλλεκτος
ουσιαστικόΆτομο που έχει πρόσφατα καταταχθεί για στρατιωτική θητεία και βρίσκεται στα αρχικά στάδια της υπηρεσίας.
Συνώνυμα
κληρωτος στρατευόμενος στρατιώτης οπλίτης εκπαιδευόμενος εθελοντής νεοεισερχόμενος νεοφερμένος δοκιμος αρχάριος πρωτάρης δόκιμος νεόκοπος πρωτοετής
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο νεοσύλλεκτος παρουσιάστηκε στο κέντρο εκπαίδευσης χθες.
- Οι γονείς του επισκέφτηκαν τον νεοσύλλεκτο την πρώτη εβδομάδα στη μονάδα.
- Οι νεοσύλλεκτοι της ομάδας έδειξαν ενθουσιασμό στον πρώτο αγώνα.
- Ως νεοσύλλεκτος στη δουλειά, παρακολούθησε πολλές εκπαιδεύσεις.
- Η επιτυχία του νεοσύλλεκτου εξαρτάται από την προσαρμογή του στο περιβάλλον.