αποξενωμένος
επίθετο1. Που έχει αποκοπεί συναισθηματικά ή κοινωνικά από άλλους, αισθάνεται ότι δεν ανήκει και υπάρχει διαταραχή στην επικοινωνία ή στην αλληλεπίδραση με αυτούς.
Συνώνυμα
αλλοτριωμένος απομονωμένος αποκομμένος απομακρυσμένος αποσυρμένος απόμακρος αποκλεισμένος μοναχικός ξένος ξεκομμένος αποστασιοποιημένος ψυχρός αδιάφορος αλλότριος απρόσωπος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Μετά από μήνες μοναξιάς, ένιωθε εντελώς αποξενωμένος από τους συναδέλφους του.
- Ο μαθητής ήταν τόσο αποξενωμένος στην τάξη που δεν μιλούσε σε κανέναν.
- Ως αποξενωμένος από την οικογένειά του, δυσκολευόταν να ζητήσει βοήθεια.
- Η απότομη αλλαγή στη δουλειά τον έκανε να νιώθει πιο αποξενωμένος από ποτέ.
- Οι νέοι γονείς παραδέχτηκαν ότι ένιωθαν αποξενωμένοι από τους παλιούς τους φίλους.
- Στο ξένο περιβάλλον, η πρωταγωνίστρια έμοιαζε αποξενωμένη και σιωπηλή.