αποδυνάμωση
ουσιαστικό1. Μείωση της δύναμης, της ισχύος ή της αντοχής ενός οργανισμού, οργάνου, μέλους ή αντικειμένου, με αποτέλεσμα περιορισμένη ικανότητα λειτουργίας.
2. Μείωση της επιρροής, του κύρους ή της πολιτικής/οικονομικής ισχύος ενός προσώπου, θεσμού ή κράτους.
Συνώνυμα
εξασθένηση απόδυναση ανοσοκαταστολή εξασθένιση αδυναμία εξάντληση εξουθένωση υπονόμευση αποσάθρωση εξουδετέρωση μαρασμός μείωση ελάττωση συρρίκνωση σμίκρυνση παρακμή ξεθώριασμα ξεφούσκωμα εκμηδένιση αδρανοποίηση αφοπλισμός επιβράδυνση απομείωση ουδετεροποίηση αποεπένδυση
Αντώνυμα
ενδυνάμωση ενίσχυση ευρωστία ισχυροποίηση ανάκαμψη ανόρθωση ανασύνταξη αποκατάσταση αναβάθμιση θωράκιση αναζωογόνηση δύναμη εξουσία άνοδος προώθηση εδραίωση παντοδυναμία τόνωση αύξηση ανάπτυξη κατάκτηση σθένος τεκμήριο επιτάχυνση
Παραδείγματα χρήσης
- Η αποδυνάμωση του ανοσοποιητικού συστήματος αυξάνει τον κίνδυνο λοιμώξεων.
- Παρατηρήθηκε αποδυνάμωση των μυών μετά από μακρά περίοδο ακινησίας.
- Η συνεχής αποδυνάμωση του κόμματος προκάλεσε εσωτερικές αναταράξεις.
- Οι διεθνείς κυρώσεις επιτάχυναν την αποδυνάμωση της οικονομίας.
- Κατά τη διάρκεια της καταιγίδας υπήρξε αποδυνάμωση του σήματος κινητής τηλεφωνίας.