απογοητευμένος
επίθετοΠου αισθάνεται στεναχώρια ή αποθάρρυνση λόγω μη εκπλήρωσης προσδοκιών, ελπίδων ή σχεδίων.
Συνώνυμα
αποκαρδιωμένος αποθαρρυμένος ξεγοητευμένος ξενερωμένος στεναχωρημένος λυπημένος θλιμμένος πικραμένος απελπισμένος συντετριμμένος πληγωμένος δυσαρεστημένος δυστυχισμένος καταρρακωμένος στενοχωρημένος ταπεινωμένος καταθλιμμένος απαρηγόρητος εξαπατημένος μουτρωμένος κατσουφιασμένος καημένος μελαγχολικός συντριμμένος
Αντώνυμα
ικανοποιημένος ευχαριστημένος ενθουσιασμένος ενθαρρυμένος αισιόδοξος χαρούμενος ευτυχισμένος ανακουφισμένος ευδιάθετος αναπτερωμένος ευφρόσυνος κεφάτος ευτυχής εύθυμος γελαστός χαρμόσυνος κομπλέ μαγεμένος
Παραδείγματα χρήσης
- Ήταν απογοητευμένος μετά την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων.
- Η Μαρία έμεινε απογοητευμένη όταν ακύρωσαν το ταξίδι.
- Οι μαθητές ήταν απογοητευμένοι με τη δυσκολία των εξετάσεων.
- Ένιωσα απογοητευμένος από τη συμπεριφορά του φίλου μου.
- Ο απογοητευμένος παίκτης καθόταν σιωπηλός στον πάγκο.
- Παρά τις προσδοκίες, έμεινα απογοητευμένος από το αποτέλεσμα.