αντιπαλεύω

ρήμα

Προσπαθώ να ανακόψω ή να εξουδετερώσω τη δράση, την πρόοδο ή την επιρροή κάποιου προσώπου ή κάποιου πράγματος, προσφέροντας ενεργητική αντίσταση με αντίθετη ενέργεια ή συμπεριφορά.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Στην ομάδα συζητήσεων αντιπαλεύω τις ακραίες απόψεις με επιχειρήματα.
  • Για μήνες αντιπαλεύω τον πόνο μετά το ατύχημα.
  • Κάθε μέρα αντιπαλεύω την επιθυμία να τα παρατήσω.
  • Το πρωί αντιπαλεύω το κρύο για να πάω στη δουλειά.
  • Στον αγώνα αντιπαλεύω έναν πολύ δυνατό αντίπαλο.