αντίφαση

ουσιαστικό

1. Συνύπαρξη ή παρουσία δύο ή περισσοτέρων δηλώσεων, ιδεών ή στοιχείων που δεν μπορούν να είναι ταυτόχρονα αληθή ή συμβατά, δημιουργώντας ασυνέπεια ή λογική σύγκρουση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η αντίφαση στο επιχείρημα έκανε τον ακροατή να αμφιβάλλει.
  • Είναι αντίφαση να μιλάς για προστασία του περιβάλλοντος και να πετάς σκουπίδια στο δρόμο.
  • Στο μυθιστόρημα υπάρχει μια αντίφαση στον χαρακτήρα που δεν εξηγείται από την πλοκή.
  • Τα στατιστικά δείχνουν αύξηση, αλλά η καθημερινή εμπειρία αποκαλύπτει μια αντίφαση.
  • Η αντίφαση μεταξύ θεωρίας και πράξης οδήγησε σε αναθεώρηση της πολιτικής.