ανενεργότητα

ουσιαστικό

Κατάσταση ή ιδιότητα κατά την οποία υπάρχει έλλειψη δραστηριότητας ή λειτουργίας σε άτομο, αντικείμενο, μηχανισμό ή διαδικασία, με αποτέλεσμα τη μη εκτέλεση ενεργειών ή τη διακοπή παραγωγής αποτελεσμάτων.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η ανενεργότητα των μηχανημάτων προκάλεσε καθυστέρηση στην παραγωγή.
  • Μετά από μήνες ανενεργότητας, το ηφαίστειο έδειξε σημάδια δραστηριότητας.
  • Η παρατεταμένη ανενεργότητα του λογαριασμού οδήγησε σε χρέωση επανενεργοποίησης.
  • Η ανενεργότητα και η έλλειψη άσκησης επιδείνωσαν τη φυσική του κατάσταση.
  • Η ανενεργότητα της διοίκησης απέτρεψε την έγκαιρη επίλυση του προβλήματος.