ανενεργός

επίθετο

1. Που δεν ενεργεί, δεν δρα ή δεν συμμετέχει σε δραστηριότητα· εμφανίζει έλλειψη δράσης ή αντίδρασης.

2. Που δεν λειτουργεί ή δεν βρίσκεται σε λειτουργία (για μηχανή, συσκευή, πρόγραμμα ή σύστημα).

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο υπολογιστής είναι ανενεργός μετά την ενημέρωση.
  • Ο λογαριασμός στο ηλεκτρονικό κατάστημα έγινε ανενεργός λόγω αδράνειας.
  • Η συσκευή παραμένει ανενεργή όταν δεν υπάρχει ρεύμα.
  • Το ηφαίστειο θεωρείται ανενεργό από τους γεωλόγους.
  • Οι χρήστες που δεν συνδέονται συχνά χαρακτηρίζονται ανενεργοί.