αναχωρώ

ρήμα

1. Αρχίζω μετακίνηση από έναν τόπο προς άλλον, παύοντας να βρίσκομαι στο αρχικό σημείο.

2. Εκκινώ προγραμματισμένη αναχώρηση μέσου μεταφοράς (π.χ. τρένο, αεροπλάνο, πλοίο) ή δηλώνω τη στιγμή που αυτό φεύγει από σταθμό/λιμένα/αεροδρόμιο.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Αύριο αναχωρώ για τη Θεσσαλονίκη.
  • Το τρένο αναχωρεί στις 18:30 από την πλατφόρμα 2.
  • Οι προσκυνητές αναχώρησαν πριν την ανατολή.
  • Μετά τη διαφωνία, εκείνη αναχώρησε από τη συνάντηση.
  • Θα αναχωρήσω το πρωί για το επαγγελματικό ταξίδι.